Ο πόνος είναι εκ φύσεως υποκειμενικός. Δεν έχει χρώμα, σχήμα ή αντικειμενική μέτρηση. Σε αντίθεση με ένα σπασμένο οστό που φαίνεται σε μια ακτινογραφία ή μια λοίμωξη που αποκαλύπτεται σε μια εξέταση αίματος, ο χρόνιος πόνος είναι συχνά «αόρατος». Το γεγονός αυτό, όχι μόνο δυσκολεύει τη θεραπεία, αλλά οδηγεί επίσης πολλούς ασθενείς να αμφιβάλουν για την ένταση των συμπτωμάτων τους –«έλα βρε, δεν έχεις κάτι σοβαρό, στο μυαλό σου είναι, θα το ξεπεράσεις».
Είναι όλα στο μυαλό μας; Μια νέα πρωτοποριακή έρευνα1, στοχεύει να ξεκαθαρίσει το τοπίο των απαντήσεων, αλλά και να βάλει τέλος στον χρόνιο πόνο με ένα εμφύτευμα που παρακολουθεί την εγκεφαλική δραστηριότητα και παρέχει εξατομικευμένη θεραπεία για κάθε ασθενή.
Ένας βηματοδότης για τον εγκέφαλο
Μία από τις προσεγγίσεις που εξετάζονται σήμερα για τη διαχείριση των συμπτωμάτων της νόσου του Πάρκινσον είναι η εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση (Deep Brain Stimulation - DBS). Πρόκειται για μία θεραπεία η οποία συχνά περιγράφεται ως «βηματοδότης για τον εγκέφαλο», καθώς περιλαμβάνει τη χειρουργική εμφύτευση λεπτών ηλεκτροδίων σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Τα ηλεκτρόδια αυτά προκαλούν ηλεκτρικούς παλμούς ώστε να αντιμετωπίσουν τη νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφάλου, που προκαλεί τα εντονότερα συμπτώματα της νόσου όπως το τρέμουλο στα χέρια.
Όταν η DBS δοκιμάστηκε για την ανακούφιση του χρόνιου πόνου, τα αποτελέσματα ήταν μεν υποσχόμενα αλλά ασυνεπή, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις, η θεραπεία ήταν αποτελεσματική μόνο για μερικούς μήνες.
Αναγνωρίζοντας ότι μια γενική προσέγγιση, ίδια για όλους τους ασθενείς, δεν μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική για κάτι τόσο υποκειμενικό όσο ο πόνος, μία επιστημονική ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο (UCSF) αποφάσισε να διερευνήσει εάν ένα εξατομικευμένο σύστημα DBS θα ήταν πιο αποτελεσματικό.