Καθώς ολοένα και περισσότεροι στρέφονται στα audiobooks αναρωτιόμαστε: Τι είναι καλύτερο για τον εγκέφαλό μας, το διάβασμα ή η ακρόαση;
Καθώς ολοένα και περισσότεροι στρέφονται στα audiobooks αναρωτιόμαστε: Τι είναι καλύτερο για τον εγκέφαλό μας, το διάβασμα ή η ακρόαση;
Ολοένα και περισσότεροι στρέφονται στα audiobooks και, εδώ που τα λέμε, γιατί όχι; Το βιβλίο παραμένει το ίδιο, απλώς αλλάζει το μέσο. Η αφήγηση το κάνει πιο προσβάσιμο, πιο ξεκούραστο, ενώ σας επιτρέπει να κάνετε και κάτι ακόμα παράλληλα. Είναι όμως πράγματι το ίδιο να «ακούτε» ένα βιβλίο με το να το διαβάζετε; Και κυρίως, είναι καλύτερο για τον εγκέφαλό μας το διάβασμα σε σχέση με την ακρόαση; Μάλλον όχι…

Photo credit: CC0 licence via pexels.com
Gadgets, εφαρμογές και online βιβλιοθήκες σας επιτρέπουν να ανακαλύψετε δωρεάν στον υπολογιστή, το κινητό ή το e-reader κορυφαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, εγκυκλοπαίδειες και βιβλία κάθε είδους. Διαβάστε περισσότερα στο άρθρο «Ε-reading: Η τεχνολογία αλλάζει το διάβασμα».
Επί της ουσίας, η ανάγνωση και η ακρόαση ενός βιβλίου δεν είναι απλώς δύο διαφορετικοί τρόποι κατανάλωσης του ίδιου περιεχομένου. Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ο εγκέφαλος προσλαμβάνει, επεξεργάζεται και αποθηκεύει πληροφορίες.
Όταν διαβάζουμε, εμπλέκονται κυρίως η όραση και οι γλωσσικές περιοχές που σχετίζονται με την αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου. Όταν ακούμε, ενεργοποιούνται διαφορετικά κυκλώματα, πιο κοντά στην προφορική επικοινωνία και την άμεση κατανόηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ένα είναι «σωστό» και το άλλο «λάθος». Σημαίνει όμως ότι το μέσο δεν είναι ουδέτερο αλλά διαμορφώνει τον τρόπο σκέψης.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του διαβάσματος είναι ο έλεγχος. Ο ρυθμός είναι δικός μας. Μπορούμε να σταματήσουμε σε μία πρόταση, να την ξαναδιαβάσουμε, να επιστρέψουμε πίσω, να σκεφτούμε τι διαβάσαμε μόλις και πώς συνδέεται με κάτι άλλο. Αυτές οι παύσεις δεν είναι απλώς τεχνικές – είναι γνωστικές. Η εμβάθυνση, η κατανόηση υπονοουμένων και η εξαγωγή συμπερασμάτων ευνοούνται όταν ο εγκέφαλος έχει τον χρόνο να «δουλέψει» στο κείμενο.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του διαβάσματος είναι ο έλεγχος. Ο ρυθμός είναι δικός μας. Μπορούμε να σταματήσουμε σε μία πρόταση, να την ξαναδιαβάσουμε, να επιστρέψουμε πίσω, να σκεφτούμε τι διαβάσαμε μόλις και πώς συνδέεται με κάτι άλλο.

Στην πράξη, τα audiobooks σπάνια ακούγονται σε συνθήκες απόλυτης συγκέντρωσης. Συνήθως συνοδεύουν κάποια άλλη δραστηριότητα – οδήγηση, περπάτημα, δουλειές στο σπίτι. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Η προσοχή μοιράζεται (λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία – μοιράζεται) και, αναπόφευκτα, το βάθος της επεξεργασίας μειώνεται.
Μπορεί να ακούτε την αφήγηση χωρίς πραγματικά να την παρακολουθείτε. Το βιβλίο συνεχίζει, αλλά ο εγκέφαλος «χάνει» κομμάτια, σκέψεις, λεπτομέρειες. Και εσείς δεν έχετε τη δυνατότητα να γυρίσετε μερικές σελίδες για να ξαναδιαβάσετε κάτι. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί συνειδητοποιούν πως ένα audiobook τελείωσε χωρίς να μπορούν να θυμηθούν βασικά σημεία ή συλλογισμούς.
Η ακρόαση απαιτεί εστίαση κι όταν αυτή δεν υπάρχει, το περιεχόμενο περνά επιφανειακά.
Στα audiobooks, το συναίσθημα, ο τόνος και ο ρυθμός μας «σερβίρονται» έτοιμα. Η φωνή του αφηγητή καθοδηγεί την εμπειρία, χρωματίζει τους χαρακτήρες και επηρεάζει τις σκέψεις μας. Και ναι, σε λογοτεχνικά έργα, αυτό μπορεί να λειτουργήσει υπό προϋποθέσεις θετικά.
Στο διάβασμα, όμως, τον ρυθμό δίνει η εσωτερική φωνή μας. Ο εγκέφαλός μας είναι εκείνος που ορίζει το τέμπο, αφήνει παύσεις, δημιουργεί συναισθήματα. Αυτή η εσωτερική αφήγηση απαιτεί περισσότερη ενεργή συμμετοχή και οδηγεί συχνά σε βαθύτερη σύνδεση με το κείμενο.
Δεν λαμβάνουμε απλώς την πληροφορία. Τη χτίζουμε.

Για άτομα με δυσλεξία, προβλήματα όρασης ή για περιπτώσεις που το διάβασμα δεν είναι εφικτό για πρακτικούς λόγους, τα audiobooks αποτελούν ιδανική λύση.
Σε έναν κόσμο γεμάτο ειδοποιήσεις, multitasking και συνεχή εναλλαγή ερεθισμάτων, το διάβασμα λειτουργεί σχεδόν αντισυμβατικά. Μας αναγκάζει να εστιάσουμε σε ένα και μόνο πράγμα για παρατεταμένο χρόνο – μία δεξιότητα που απαιτεί καλλιέργεια. Η ανάγνωση, ειδικά πιο απαιτητικών κειμένων, εκπαιδεύει τον εγκέφαλο να αντέχει τη γνωστική προσπάθεια.
Όλα τα παραπάνω βέβαια δεν σημαίνουν ότι τα audiobooks είναι κακή επιλογή. Το αντίθετο. Για άτομα με δυσλεξία, προβλήματα όρασης ή για περιπτώσεις που το διάβασμα δεν είναι εφικτό για πρακτικούς λόγους, αποτελούν ιδανική λύση. Και σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι τόσο το μέσο όσο οι προσδοκίες από αυτό.
Η ακρόαση λύνει προβλήματα και ανοίγει πόρτες. Τα audiobooks είναι εξαιρετικό συμπλήρωμα αλλά όχι υποκατάστατο. Η ανάγνωση παραμένει ανώτερη όταν μιλάμε για εμβάθυνση και ενεργή σκέψη. Όχι επειδή είναι κάτι παραδοσιακό, αλλά επειδή απαιτεί περισσότερα από τον εγκέφαλο, και, τελικά, του προσφέρει και περισσότερα.