Το μέλλον της καρδιαγγειακής υγείας μας δεν βρίσκεται πια σε ένα χάπι αλλά είναι «γραμμένο» στο DNA μας – και πλέον έχουμε τα εργαλεία για να το επεξεργαστούμε.
Το μέλλον της καρδιαγγειακής υγείας μας δεν βρίσκεται πια σε ένα χάπι αλλά είναι «γραμμένο» στο DNA μας – και πλέον έχουμε τα εργαλεία για να το επεξεργαστούμε.
LDL και HDL, καλή και κακή, υψηλή ή χαμηλή: Όσοι και όσες έρχονται κάποια στιγμή αντιμέτωποι με τη διαχείριση της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων, μπαίνουν σε ένα πρόγραμμα καθημερινής πειθαρχίας που διαρκεί για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Photo credit: CC0 licence via pexels.com
Η κατανάλωση «καρδιοπροστατευτικών τροφών» βοηθάει στη μείωση της χοληστερόλης με φυσικό τρόπο. Διαβάστε περισσότερα στο άρθρο «Χάρβαρντ: Η διατροφή για μείωση της LDL χοληστερόλης».
Εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως, λοιπόν, ξεκινούν την ημέρα τους με μία στατίνη, προσέχουν τη διατροφή τους και ελπίζουν ότι εντέλει το καρδιαγγειακό τους σύστημα δεν θα τους προδώσει. Τι θα γινόταν όμως αν, αντί να καταπίνουμε ένα χάπι κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής μας, μπορούσαμε να επαναπρογραμματίσουμε το συκώτι μας ώστε να απορρίπτει την κακή χοληστερόλη;
Αυτό προσπαθεί να επιτύχει η CRISPR Therapeutics, η εταιρεία που συν-δημιουργήθηκε από την Δρ. Emmanuelle Charpentier, την κορυφαία Γαλλίδα μικροβιολόγο και γενετίστρια, η οποία το 2020 τιμήθηκε με το Νόμπελ Χημείας για την τεχνολογία CRISPR-Cas9.
Τα επαναστατικά «μοριακά ψαλίδια» που ανακάλυψε η Δρ. Charpentier, σε συνεργασία με την Αμερικανίδα βιοχημικό Jennifer Doudna, επιτρέπουν την ακριβή επεξεργασία του DNA. Επιδιώκοντας, λοιπόν, να μετατρέψει αυτή την ιστορική επιστημονική ανακάλυψη σε πραγματικές θεραπείες για σοβαρές ανθρώπινες ασθένειες, η Δρ. Charpentier έγινε ιδρυτικό μέλος της εταιρείας βιοτεχνολογίας CRISPR Therapeutics, η οποία πρωτοστατεί παγκοσμίως στην ανάπτυξη πρωτοποριακών γονιδιακών θεραπειών.
Μία από αυτές, μάλιστα, ανοίγει τον δρόμο για ένα μέλλον όπου οι καρδιοπάθειες —η κύρια αιτία θανάτου διεθνώς— θα μπορούν να αντιμετωπιστούν με ένα «μοριακό ψαλίδισμα»!
Καταπώς προέκυψε πρόσφατα, η υπό έρευνα1 θεραπεία γονιδιακής επεξεργασίας, CTX310, αντί να αντιμετωπίζει απλώς τα συμπτώματα της καρδιαγγειακής νόσου, χρησιμοποιεί την τεχνολογία CRISPR προκειμένου να απενεργοποιήσει μόνιμα ένα συγκεκριμένο γονίδιο στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, ο οργανισμός αναπρογραμματίζεται ώστε να απορρίπτει μια και καλή την κακή χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια.
Photo credit: CC0 licence via pexels.com
Το σώμα μας παράγει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται ANGPTL3, η οποία λειτουργεί ως «μοριακό φρένο»: Επιβραδύνει την απομάκρυνση της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων από την κυκλοφορία του αίματός μας.
Πριν από μερικά χρόνια, οι γενετιστές και οι γενετίστριες που δραστηριοποιούνται στο εν λόγω πεδίο, ανακάλυψαν ότι σπανίως, ορισμένα άτομα γεννιούνται με φυσικές μεταλλάξεις που απενεργοποιούν εντελώς το ANGPTL3 στον οργανισμό τους. Ως αποτέλεσμα, οι τυχεροί αυτοί άνθρωποι, ζουν μια απολύτως φυσιολογική ζωή — με μία εκπληκτική διαφορά: έχουν εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων, κάτι που τους καθιστά ουσιαστικά απρόσβλητους από καρδιαγγειακές παθήσεις.
Η υπό έρευνα θεραπεία γονιδιακής επεξεργασίας, CTX310, έχει σχεδιαστεί ώστε να αναπαράγει αυτή τη φυσική γενετική ασπίδα και για τους λιγότερο τυχερούς από εμάς. Με το «μοριακό ψαλίδισμα» του γονιδίου ANGPTL3, η εν λόγω θεραπεία ξεμπλοκάρει το «φρένο», επιτρέποντας στο σώμα να αποβάλλει φυσικά και γρήγορα τα επιβλαβή λίπη που είναι υπεύθυνα για το σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες.
Αυτό που ξεχωρίζει το CTX310 ως μια ιδιαίτερα πρωτοποριακή θεραπεία, είναι το γεγονός ότι πρόκειται για μια in vivo (εντός του οργανισμού) γονιδιακή επεξεργασία. Δηλαδή, ενώ στις πρώτες θεραπείες CRISPR, οι επιστήμονες και οι επιστημόνισσες έπρεπε να αφαιρούν κύτταρα από τον ασθενή, να τα επεξεργαστούν σε ένα αποστειρωμένο εργαστήριο και στη συνέχεια να τα επαναφέρουν ξανά στον οργανισμό του, το CTX310 παρακάμπτει εντελώς το στάδιο αυτό.
Ειδικότερα, η θεραπεία κάνει ένα είδος biohacking: Καθώς είναι «συσκευασμένη» μέσα σε μικροσκοπικά λιπιδικά νανοσωματίδια (LNPs) –ουσιαστικά μικροσκοπικές φυσαλίδες λίπους– όταν χορηγείται μέσω μιας απλής ενδοφλέβιας έγχυσης, αυτά τα νανοσωματίδια «ταξιδεύουν» απευθείας στο ήπαρ μέσω της κυκλοφορίας του αίματος. Μόλις βρεθούν μέσα στα ηπατικά κύτταρα, ο μηχανισμός CRISPR απελευθερώνεται, λειτουργεί σαν ένα «μοριακό ψαλίδι» και πραγματοποιεί μια ακριβή τομή προκειμένου να απενεργοποιήσει το ANGPTL3.

Photo credit: CC0 licence via pexels.com
Ένα εκ γενετής κωφό αγόρι, άκουσε, για πρώτη φορά στα 11 του χρόνια, τις φωνές των γονιών του, χάρη σε μία πρωτοποριακή γονιδιακή θεραπεία. Διαβάστε περισσότερα στο άρθρο «Η γονιδιακή θεραπεία που αντιμετωπίζει την κώφωση».
Τα πρώτα αποτελέσματα της έρευνας είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, καθώς οι ασθενείς που έλαβαν το CTX310, μετά από μία μόνο δόση, σημείωσαν εντυπωσιακή μείωση της τάξης του 55% στα τριγλυκερίδια και 49% στην LDL («κακή») χοληστερόλη.
Επιπλέον, οι συμμετέχοντες ανέχθηκαν καλά τη θεραπεία, χωρίς να αναφερθούν σοβαρές παρενέργειες και προβλήματα ασφάλειας — ένα σημαντικό ορόσημο για οποιαδήποτε κλινική δοκιμή γονιδιακής επεξεργασίας σε ανθρώπους για πρώτη φορά.
Η έρευνα συνεχίζεται, καθώς απαιτούνται περισσότερες κλινικές δοκιμές προτού το CTX310 να γίνει ευρέως διαθέσιμο. Ωστόσο, εφόσον η CRISPR Therapeutics καταφέρει να αποδείξει οριστικά ότι μπορούμε να ρίξουμε τη χοληστερίνη μια και καλή με ένα μόνο «μοριακό ψαλίδισμα», η σύγχρονη υγειονομική περίθαλψη θα περάσει σε μια εντελώς νέα εποχή.
Καθώς αφήνουμε πίσω μας τη χρόνια διαχείριση ασθενειών —η οποία απαιτεί από τους ασθενείς να θυμούνται καθημερινά ότι πρέπει να πάρουν το χάπι τους— και εισερχόμαστε σε μια εποχή πραγματικών προληπτικών θεραπειών, το μέλλον της καρδιαγγειακής υγείας μας δεν παύει πια να κλείνεται σε ένα μπουκαλάκι! Είναι «γραμμένο» στο DNA μας, και πλέον έχουμε τα εργαλεία για να το επεξεργαστούμε.
1Phase 1 Trial of CRISPR-Cas9 Gene Editing Targeting ANGPTL3 (Luke J. Laffin, M.D., Stephen J. Nicholls, M.B., B.S., Ph.D., Russell S. Scott, M.B., Ch.B., Ph.D., Peter M. Clifton, M.B., B.S., Ph.D., John Baker, M.D., Ashish Sarraju, M.D., Shweta Singh, Ph.D., and Steven E. Nissen, M.D.)